Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

ΜΟΝΤΕΛΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ



Ο δομισμός, με κύριους εκπροσώπους του το Σωσύρ και τον Τσόμσκι, θεωρητικοποιεί τη γλώσσα ως αυτόνομο μηχανισμό, διακριτό από το κείμενο (Graddol, D., 2001, σ. 20-30).  Ο Σωσύρ ορίζει τη γλώσσα ως σύστημα στοιχείων που έχουν κάποιες δομικές σχέσεις και μεταφέρουν νόημα.  Το νόημα όμως έχει προηγουμένως αυθαίρετα αποδοθεί μέσω μιας κοινωνικής σύμβασης από τους ομιλητές μιας γλωσσικής κοινότητας σε κάθε στοιχείο (λέξη) και βρίσκεται σε διαρκή επαναπροσδιορισμό μέσα από τη σχέση του με τα άλλα στοιχεία του συστήματος.  Στη συνέχεια ο Τσόμσκι στη Μετασχηματιστική Γενετική Γραμματική βλέπει τη γλώσσα ως ένα σύστημα κανόνων ή αρχών που καθογηγούν τη δόμηση των προτάσεων.  Ωστόσο η γλώσσα παραμένει ένας αυτόνομος μηχανισμός, υποκείμενος σε μελέτη και ανάλυση ανεξάρτητα απ’ τα κοινωνικά συμφραζόμενα της χρήσης του.
Οι απόψεις των δομιστών δημιουργούν μια μηχανιστική αντίληψη της επικοινωνίας, καθώς ο ομιλητής και ο ακροατής αποτελούν μια εξιδανικευμένη επικοινωνιακή συσκευή, όπου η γλώσσα είναι το όχημα μεταβίβασης πληροφοριών.  Συνέπεια αυτών των θεωρητικών παραδοχών είναι η έμφαση στη μελέτη της γλωσσικής μορφής, η αυστηρή καλλιέργεια της ορθότητάς της, η τυποποίησή της και η ακριβής αναπαραγωγή του υλικού της.

Οι έρευνες ανθρωπολόγων – γλωσσολόγων όπως ο Μπόας, ο Σαπίρ κι ο Μαλινόφσκι σε γλώσσες πρωτόγονων πολιτισμών συνέδεσαν τη γλώσσα με τη ζωή της κοινότητας που την ομιλεί.  Έτσι δημιουργήθηκε ένα μοντέλο συνερμηνείας της γλώσσας και των κοινωνικών συμφραζόμενων για την παραγωγή νοήματος : το κοινωνικό.
Σε επίπεδο επικοινωνίας ορίστηκαν οι κοινωνικές συνιστώσες της κάθε περίστασης, δηλαδή η δραστηριότητα, ο σκοπός, οι ρόλοι των συμμετεχόντων και ο δίαυλος που χρησιμοποιούνται και διαμορφώνουν το τελικό νόημα (Halliday, M.A.C., 2000 : 192).  Η σημασία δηλαδή σε κάθε περίσταση επικοινωνίας ενεργοποιείται από τα κοινωνικά συμφραζόμενα.
Το κοινωνικό μοντέλο άσκησε επίδραση και στη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής, καθώς οι γλωσσικές ποικιλίες έγιναν αντικείμενο έρευνας και διαδόθηκε μια φιλελεύθερη ανθρωπιστική αντίληψη για γλωσσικό πλουραλισμό.

Στον αντίποδα του δομισμού, που εξιδανικεύει και κωδικοποιεί τη γλώσσα πέρα και πάνω από τη συγκεκριμένη χρήση της, αναπτύσσεται το μεταμοντέρνο μοντέλο για τη γλώσσα.  Πρόκειται ουσιαστικά όχι για μια νέα ολοκληρωμένη προσέγγιση αλλά για μια κριτική των παλαιοτέρων απόψεων και μια σειρά αποσπασματικών νέων επισημάνσεων.  Αρχικά διευρύνεται η αντίληψη για την ανθρώπινη επικοινωνία.  Η επικοινωνία δεν πραγματοποιείται μόνο με το λόγο, αλλά και μέσα από διάφορες «σημαίνουσες πρακτικές» (π.χ. μουσική, εικόνες, ένδυση κλπ.).  Τα κείμενα προκύπτουν όχι μόνο από λέξεις και τη σημασία που τις προσδίδει ο χρήστης, αλλά από διαπλεκόμενα σημειολογικά συστήματα.  Έτσι δεν υπάρχει μια μονοδιάστατη σημασία, αλλά όλα διαμορφώνονται κάτω από μια διαρκή αλληλεπίδραση όλων των συνιστωσών του ατομικού και του κοινωνικού γίγνεσθαι, του παρόντος αλλά και του παρελθόντος.  Συνακόλουθα υπάρχουν πολλαπλές ερμηνείες που επιδέχονται διαρκή διαπραγμάτευση.
Η ασάφεια αυτή και το εφήμερο και υποκειμενικό νόημα του μηνύματος δημιουργεί αδιέξοδο στη διδακτική πρακτική που φαίνεται να αιωρείται χωρίς χειροπιαστό νέο αντικείμενο.  Φαίνεται ότι το μεταμοντέρνο μοντέλο έχει ανάγκη από εμβάθυνση και επεξεργασία για να αποκτήσει συνεκτικότητα και δυνατότητες πρακτικής εφαρμογής.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 άρχισε να αναπτύσσεται ένας νέος επιστημονικός κλάδος, η κοινωνιογλωσσολογία, που έχει ως αντικείμενό της, τις σχέσεις της γλώσσας και της κοινωνίας και ως στόχο της την κατανόηση της δομής και της χρήσης της γλώσσας στο κοινωνικό και πολιτιστικό της πλαίσιο.  Οι κοινωνιογλωσσολόγοι, ασκώντας κριτική στην παραδοσιακή γλωσσολογία που αντιμετώπιζε τη γλώσσα ως αυτόνομο σύστημα ανεξάρτητο από τους ομιλητές, τους συγγραφείς, τους ακροατές και τους αναγνώστες της, εισήγαγαν το πολιτικό στοιχείο στη γλωσσολογία.  Έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στον προφορικό λόγο (Boutet, J., 1984, σ. 39-46) και μελέτησαν τη γλώσσα ως ένα κοινωνικά θεμελιωμένο σύστημα.  Η γλώσσα λοιπόν αποκαλύπτει την κοινωνική της σημασία και αποτελεί μέρος της κοινωνικής ζωής.
Από τον ορισμό της κοινωνιογλωσσολογίας, το πεδίο έρευνάς της και τις βασικές θεωρητικές παραδοχές της, γίνεται ήδη φανερή η υπαγωγή της στο κοινωνικό μοντέλο ερμηνείας κι ανάλυσης της γλώσσας.  Η γλώσσα δεν θεωρείται μόνον ως ιδεατό σύστημα στοιχείων, σχέσεων και κανόνων αλλά ενσωματώνεται στο κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο, αναλύονται οι λειτουργίες της και αξιολογείται η κοινωνική σημασία της χρήσης της.
Η πρώτη λοιπόν θεωρητική παραδοχή της κοινωνιογλωσσολογίας είναι η ύπαρξη γλωσσικής ποικιλότητας στα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα.  Το μέτρο και η έκταση της γλωσσικής ποικιλότητας ορίζεται από ποικίλες κοινωνικές μεταβλητές όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο, η ηλικία, η υπαγωγή σε εθνική ομάδα, η γεωγραφική περιοχή καταγωγής, το εργασιακό περιβάλλον, και οι κάθε είδους κοινωνικές ταυτότητες (Holmes, J., 1998, κεφ. 6-8).  Παράλληλα όμως οι κοινωνικές αξιολογήσεις των γλωσσικών ποικιλιών θεωρούνται σημαντικό ερευνητικό πεδίο για την κοινωνιογλωσσολογία, καθώς εκφράζουν όχι υπαρκτές διαβαθμίσεις ποιότητας αλλά κοινωνικές αξιολογήσεις για τους ομιλητές.  Η έρευνα δείχνει ότι διαφορετικού βαθμοί κύρους και αξίας αποδίδονται σε διάφορες γλώσσες ή γλωσσικές ποικιλίες, αντανακλώντας όχι γλωσσικά κριτήρια ή έμφυτα χαρακτηριστικά των γλωσσών ή ποικιλιών αλλά τις εκάστοτε κοινωνικές συμβάσεις (Κωστούλα-Μακράκη, Ν., 2001, σ. 127).
Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η επιλογή μιας συγκεκριμένης γλωσσικής ποικιλίας από κάποιον ομιλητή για μια συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας, οι κοινωνιογλωσσολόγοι προσδιορίζουν τέσσερις διαστάσεις που φωτίζουν το γεγονός : τους συμμετέχοντες, τα κοινωνικά συμφραζόμενα, το θέμα και τη λειτουργία (Holmes, J., 1998, σ. 12).  Οι συμμετέχοντες, πομπός και δέκτης εναλλάξ, φορτίζονται από κοινωνικές σχέσεις κύρους, απόστασης ή οικειότητας, ανταγωνισμού ή αλληλεγγύης.  Το κοινωνικό πεδίο (χώρος και χρόνος), όπου λαμβάνει χώρα η επικοινωνία, επιδρά εξίσου ουσιαστικά.  Το θέμα υπαγορεύεται άμεσα ή έμμεσα ως προϊόν κοινωνικής διάδρασης και καθορίζει το ύφος των ομιλητών.  Τέλος οι λειτουργίες της γλώσσας (αναφορική, συγκινησιακή) προσδιορίζουν την επιλογή της γλωσσικής ποικιλίας και του ύφους.  Επομένως παγιώνεται η ιδέα της ύπαρξης ενός «γλωσσικού ρεπερτορίου», δηλαδή μιας ποικιλίας τρόπων ομιλίας ανάλογων με την ποικιλία κοινωνικών συμφραζόμενων και των περιστάσεων επικοινωνίας.
Σε συλλογικό επίπεδο η γλωσσική επιλογή σχετίζεται με τους κοινωνικούς ρόλους, την υπαγωγή του ατόμου σε κάποια ομάδα και τη δημιουργία συγκεκριμένης ταυτότητας.  Η γλωσσική συμπεριφορά αντανακλά την ιδεολογική, πολιτιστική, επαγγελματική, ηλικιακή ή φυλετική ταυτότητα και την ταύτιση των ατόμων με την αντίστοιχη ομάδα (Μπασλής, Γ., 2000, σ. 68) ή τη διαφοροποίησή τους προς αυτή.
Επιπλέον στις μονόγλωσσες κοινότητες η γλωσσική διαφοροποίηση αφορά τα γλωσσικά ιδιώματα, τις παραλλαγές ή τις διαλέκτους που έχουν γεωγραφικά, ταξικά, ιδεολογικά, επαγγελματικά χαρακτηριστικά.  Η διαφοροποίηση όμως αυτή συνδέεται ταυτόχρονα με φαινόμενα όπως η γλωσσική επιλογή και ο γλωσσικός προγραμματισμός, που είναι απότοκος της δημόσιας πολιτικής και προσδιορίζει την «επίσημη γλώσσα».  Η επίσημη γλώσσα επιλέγεται για ιστορικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς λόγους ανάμεσα στα ιδιώματα, τυποποιείται, εισάγεται στην εκπαίδευση, καλλιεργείται ως όργανο κατάλληλο για τη γραφειοκρατία, τις επιστήμες και τη λογοτεχνία.  Η κωδικοποίηση της επίσημης γλώσσας περιορίζει τη μεταβλητότητά της και την κάνει ανθεκτικότερη σε πιέσεις και γλωσσικά «λάθη».  Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί πως η γλωσσική αλλαγή συνήθως αντανακλά αλλαγές στις κοινωνικές αξίες ή σχέσεις.  Έτσι δεν δικαιολογείται η υπερβολική ανησυχία πολλών, όταν έρχονται αντιμέτωποι με ενδείξεις αλλαγής στο λεξιλόγιο, την προφορά ή τη σύνταξη της γλώσσας.
Στις πολύγλωσσες κοινότητες τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα.  Στις περισσότερες χώρες σήμερα παρατηρείται το φαινόμενο της πολυγλωσσίας, αφ’ ενός μεν γιατί η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική επιβάλλει τη διδασκαλία ξένων γλωσσών, αφ’ ετέρου γιατί μεγάλα μεταναστευτικά κύματα αλλάζουν το γλωσσικό χάρτη και ακόμα γιατί ήδη από παλιά οι γλωσσικές μειονότητες ήταν υπαρκτές κι όταν ακόμα η επίσημη εθνική πολιτική επιχειρούσε να τις αφομοιώσει ή να τις αγνοήσει.  Η κοινωνιογλωσσολογία μελετά κι ερμηνεύει φαινόμενα που εμφανίζονται στις πολύγλωσσες κοινότητες όπως η γλωσσική εναλλαγή, η διατήρηση, η μετακίνηση, ο θάνατος της γλώσσας ή η γλωσσική αναβίωση.
Τα φαινόμενα αυτά προκύπτουν, όταν δύο ή περισσότερες γλώσσες έρχονται σε επαφή για μια χρονική περίοδο που διαρκεί πολλές γενιές.  Οι φυσικοί ομιλητές των γλωσσών σταδιακά επιχειρούν να προσαρμοστούν στη γλώσσα που ομιλείται από τις κοινωνικές ομάδες κύρους και εξουσίας.  Έτσι εμφανίζεται το φαινόμενο της διγλωσσίας.  Μακροπρόθεσμα τα συλλογικά αποτελέσματα της προσπάθειας γλωσσικής προσαρμογής είναι η γλωσσική μετακίνηση και η υποχώρηση της γλώσσας της κοινωνικής ομάδας μικρότερου κύρους.  Η γλώσσα αυτή αντικαθίσταται από τη γλώσσα της κυρίαρχης ομάδας, που συνήθως είναι και η γλώσσα της εκπαίδευσης ή και της γραφειοκρατίας.  Στην ακραία περίπτωση που μια γλώσσα εγκαταλείπεται πλήρως, αφού συρρικνωθεί ως προς τη συχνότητα χρήσης, το λεξιλόγιο και την πολυπλοκότητά της, οι κοινωνιογλωσσολόγοι μιλούν για γλωσσικό θάνατο και θεωρούν ότι είναι αποτέλεσμα εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων στη γλώσσα (Holmes, J., 1998, κεφ. 3).
Σπάνιο είναι το φαινόμενο της αναβίωσης μιας γλώσσας όπως π.χ. τα Εβραϊκά και στην περίπτωση αυτή γίνεται ξεκάθαρη η σημασία της θεσμικής και κυβερνητικής υποστήριξης, ο ρόλος της γλώσσας ως εθνικού συμβόλου και η ιστορικότητά της.  Ακόμα και το φαινόμενο της γλωσσικής διατήρησης συσχετίζεται με το κοινωνικό-ιστορικό κύρος της γλώσσας ή και της ομάδας που τη μιλά.  Επίσης εξαρτάται από οικονομικοπολιτικούς παράγοντες, τη χρήση της γλώσσας στα πολιτιστικά δρώμενα (π.χ. ΜΜΕ, θρησκεία) ή τη χρήση της ως μηχανισμού άμυνας απέναντι στην αφομοίωση (Κωστούλα-Μακράκη, Ν., 2001, σ. 76-87).
Αφού επιχείρησα να σκιαγραφήσω κάποιους βασικούς τομείς εξαγωγής συμπερασμάτων της κοινωνιογλωσσολογίας γίνεται φανερό ότι η κοινωνιογλωσσολογία έχει ως πεδίο έρευνας τη γλώσσα αλλά ταυτόχρονα έχει στενή σχέση με τις κοινωνικές επιστήμες, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, κοινωνική ψυχολογία και επιστήμες αγωγής.  Τα θέματά της αφορύν τα γλωσσικά φαινόμενα αλλά ταυτόχρονα αναλύονται στις κοινωνικές και πολιτικές τους συνιστώσες.  Το ίδιο ισχύει και για τη μεθοδολογία της κοινωνιογλωσσολογικής έρευνας που χρησιμοποιεί σε γενικές γραμμές τις μεθόδους των άλλων κοινωνικών επιστημών, π.χ. απογραφές, επισκοπήσεις, εθνογραφικές μελέτες, μελέτη περίπτωσης, συνεντεύξεις, ημερολόγια, παρατήρηση κλπ.
Συνεπώς η κοινωνιογλωσσολογία ερευνά το γλωσσικό φαινόμενο πάντα ανάλογα με τις κοινωνικές σχέσεις, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των ομιλητών της γλώσσας και εντάσσει τα γλωσσικά γεγονότα σ’ ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο με συγκεκριμένες πολιτικές συνέπειες.  Έτσι συνδέεται κατ’ ανάγκη και με την πρακτική εφαρμογή των γλωσσικών θεωριών που αφορά τη χάραξη της επίσημης γλωσσικής πολιτικής.
ΒΟΝΤΣΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
ΣΧΟΛΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Αναγνώστες